ασκαρίς

(-ίδος), η (Α ἀσκαρίς)
σκουλήκι των εντέρων
αρχ.
το έμβρυο της εμπίδος*.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. απαντά στους Ιπποκράτη και Αριστοτέλη με τη σημασία «σκουλήκι των εντέρων» και στον Αριστοτέλη με τη σημασία «έμβρυο της εμπίδος». Στον Ησύχιο επίσης χρησιμοποιείται ο χωρίς προθετικό α- τ. σκαρίς. «σκαρίδες
είδος ελμίνθων». Συνήθως η λ. ετυμολογείται ως μεταρρηματικό παράγωγο του ρ. ασκαρίζω* «σκαρίζω, σκιρτώ, χοροπηδάω» λόγω των ανάλογων κινήσεων των σκουληκιών, παρά τις σημασιολογικές δυσχέρειες που εμφανίζει η ετυμολογία αυτή. Ο τ. ασκαρίς μέσω του όψιμου λατ. ascaris έχει εισαχθεί και στην ξένη επιστημονική ορολογία, πρβλ. νεολατιν. Ascaris. Εξάλλου το γερμ. Springwurm, με κυριολεκτική σημασία «σκουλήκι που αναπηδάει», αποτελεί μεταφραστικό δάνειο του ελληνικού].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀσκαρίς — worm in the intestines fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκαρίδα — ἀσκαρίς worm in the intestines fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκαρίδας — ἀσκαρίς worm in the intestines fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκαρίδες — ἀσκαρίς worm in the intestines fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκαρίδων — ἀσκαρίς worm in the intestines fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκαρίς — ίδος, ἡ, Α (κατά τον Ησύχ.) «ἀσκαρίς». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ασκαρίς] …   Dictionary of Greek

  • (s)ker-2, skerǝ- : skrē- —     (s)ker 2, skerǝ : skrē     English meaning: to spring, to turn     Deutsche Übersetzung: ‘springen, herumspringen”, also and actually “(sich) drehend bewegen, schwingen”     Note: not to separate from (s)ker “turn”     Material: O.Ind. kiráti …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • ascáride — (Del lat. ascaris < gr. askaris.) ► sustantivo femenino ZOOLOGÍA Lombriz parásita del intestino delgado del hombre y del caballo. (Ascaris.) * * * ascáride o áscaris (del lat. «ascarĭdae, ārum», del gr. «askarís») f. o m. Zool. Nombre dado a… …   Enciclopedia Universal

  • σκαίρω — Α (κυρίως στον ενεστ. και παρατ.) 1. πηδώ, αναπηδώ, σκιρτώ («σκαιρούσας ἐλάφους», Καλλ.) 2. χορεύω, ορχούμαι («ποσὶ σκαίροντες ἕποντο», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. σκαίρω (< *σκαρ jω) ανάγεται, κατά την πιθανότερη άποψη, στη συνεσταλμένη βαθμίδα… …   Dictionary of Greek

  • ascáride — (Del lat. ascarĭdae, ārum, y este del gr. ἀσκαρίς). f. lombriz intestinal …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.